ΠΟΛΕΜΟΣ

Posted: Απρίλιος 18, 2017 in φλυαρίες...

Να, αυτό είναι ο πόλεμος, δες εκεί, μου είπε και άπλωσε το χέρι του με ανοιχτά τα δάχτυλα και μούδειξε κάτι, δεν είδα, δεν κοίταγα προς τα κει, δες, αυτό πρέπει να αποφύγεις, εντάξει θα το αποφύγω είπα, μετά συνέχισε εκείνο που έκανε και εγώ κράτησα το κεφάλι μου στραμμένο αλλού, έφτυσε τις παλάμες του εκείνος, σιγούρεψε το κράτημα, ανεβοκατέβαινε ολόκληρος από τη μέση και πάνω, αναγκάστηκα σε λίγο να κοιτάξω προς τα κει που δούλευε, με είδε, δεν κατάλαβες, είπε, αυτό εκεί είναι ο πόλεμος, και εγώ επέμενα να βλέπω μια τρύπα μαύρη που από μέσα της έβγαινε μια γλυκερή μυρωδιά, μου πόναγε τα μάτια ο ήλιος, αυτό εκεί είναι ο πόλεμος και θυμήσου αν αντέξεις να μην τον κάνεις τον πόλεμο. Μα δεν μπορούσα να κάμω κάτι που δεν ήξερα, τι ήθελε; τι ήθελε κι όλο μου το ξανάλεγε; Δεν καταλαβαίνεις γιατί δεν την ξέρεις τη δύναμη ακόμη, είπε, κι απόθεσε το εργαλείο, πήρε να τραβάει από το χώμα κάτι κομμάτια ξύλα σαπισμένα, αυτό εδώ είναι η ειρήνη, είπε, καλά θάταν να καταλάβαινες αυτό τουλάχιστον, και μούδινε τα ξύλα να τα σωριάζω στην άκρη, δεν είναι όπως τα νομίζουμε, αλλιώς είναι, τ’ ανάποδο, ο πόλεμος είναι κει πέρα, και γω συνέχιζα να μην κοιτάζω, όσο πέρναγε η ώρα τόσο πιο φοβόμουν και δεν κοίταζα προς τα κει πέρα, σώριαζα μονάχα τα ξύλα που κάποιες σκλήθρες τους μου τρυπούσαν τα γάντια και με τίναζαν σαν ανεξήγητο ρεύμα, μετά σαπισμένα κομμάτια ύφασμα, πανιά σε αποχρώσεις του γκρίζου, ένα-ένα τα τράβαγε και μουρμούραγε ένα τραγούδι, δες τώρα και το τίποτε που όμως έχει κάτι από το να είναι τελείως τίποτε, και τράβηξε έξω εκείνα που πάσχιζε τόσην ώρα να φτάσει και που τώρα μου τάδινε για να τα βάζω με σειρά μέσα στο ξύλινο κουτί που στον πάτο του μετά από λίγο είχε μαζευτεί μια λεπτή στρώση χώμα. Τελειώσαμε κι έφευγα, χωρίς να το θέλω είδα πέρα από τον μαντρότοιχο ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο.

Λούτσα, χασάπη, λούτσα! Γύρισα τον κοίταξα. Σε μένα μίλαγε; Σε μένα μίλαγε. Ούτε που κατάλαβα, και γιατί θάπρεπε άλλωστε, αφού στο μεταξύ είχε πάει παρακάτω, μίλαγε μόνος του, κούναγε τα χέρια του, λέω, κρίμα το παλικάρι, βέβαια κοντά εξήντα χρονώ παλικάρι δε το λες, αλλά, τόπα «σαν χάδι στα φθαρμένα ρούχα του και τους βαρειούς ώμους», έτσι ποιητικά το δικαιολόγησα. Πέφτω στην εφημερίδα, διαβάζω δεκαείκοσι σειρές, τίποτα. Να μη καταλαβαίνω τι διαβάζω. Πάω πίσω, ξανά το ίδιο, πάει, φύρανα. Κλείνω την εφημερίδα, λέω άσε, να αγναντέψω κανέναν κώλο.
Λούτσα, χασάπη, λούτσα! Δεν γύρισα αυτή τη φορά, δική μου ήταν η φωνή, ψίθυρος ήταν δηλαδή, αλλά καλού κακού, κούνησα το κεφάλι μου σαν να απορώ με κάτι που σκέφτηκα για την περίπτωση που με κοίταζε κάποιος από διπλανό τραπέζι και με πάρει για τέτοιον που λέει τέτοια. Δεν με κοίταζε κανείς. Ξανάπα την φράση μουρμουριστά, που είναι το ίδιο με το ψιθυριστά, αλλά νόημα κανένα. Είναι, «χασάπη είσαι λούτσα»; Ή «χασάπη κάντα όλα λούτσα»; Ή το λούτσα ήταν ειπωμένο με λάθος γράμμα για να γλυτώσει τα επακόλουθα; Ή υπάρχει κάποιο κομμάτι κρέας που λέγεται έτσι; Και ποιόν να ρωτήσεις. Πήρα το κινητό, βρήκα Θανάσης-Αρκουδόρεμα-Κρέατα, πατάω το κουμπί, λέω, τι κάνετε πώς είστε, άμα είχε οικογένεια θα μούλεγε καλά είμαστε ή καλά δεν είμαστε, ειδάλλως θα μου απάνταγε στον πληθυντικό. Μεταπολίγο λέω, θέλω να μου στείλεις κανένα κατσικάκι γάλακτος, πόσο τόχεις το κιλό δε ρώτησα, και μήπως έχεις λούτσα; Τι λούτσα, τι είναι η λούτσα;, με ρωτάει. Λούζα μήπως; λέει, και να το ερωτηματικό και η ανασφάλεια… Μήπως ο περίεργος είπε λούζα; Που το ξέρω τι είναι γιατί το τρώμε στο νησί της αυτηνής.
Λούτσα, χασάπη, λούτσα! Πάνω απ΄τον ώμο μου, τώρα τι να του πω, ξαναπές το ή έλα κοντά να σε ρωτήσω, τον κοιτάζω κι’ εγώ έντονα λοιπόν που μόλις ξαναπέρναγε, φαίνεται έκανε δρομολόγιο πλατεία-σταθμαρχείο-πεζόδρομος-πλατεία, και τσιμπάει κείνος, με κοιτάζει κατάματα, σκύβει το κεφάλι και μου λέει ψιθυριστά: Λούτσα, χασάπη, λούτσα! Γυρίσαν από τ’ άλλα τραπεζάκια και με κοιτάξανε που μίλαγα με τον τέτοιον, δεν είχα γυαλιά μαζί, ούτε καπελάκι, ούτε φουτεράκι με κουκούλα, λοιπόν, χαμογελάω και κουνάω συγκαταβατικά το κεφάλι μου.
Λούτσα, χασάπη, λούτσα! Ξαναλέει. Την έκοψες τη στάση, χασάπη, την έκοψες! Λούτσα ήθελα να κατέβω και με κουβάλησες Βραυρώνα! Κι΄ έχω και τα εργαλεία στο πορπαγκάζι χασάπηηηη, και πώς θα κάνω δουλειά, τι ώρα θα φτάσω και πάει το μεροκαματάκι, χασάπηηηηη! Είπε και ξανατράβηξε προς το σταθμαρχείο να δει τι ώρα ξαναπέρναγε το συγκεκριμένο. Άφησα «το αντίτιμον του ροφήματος» στο πιατάκι, ήπια μια γουλιά νερό, παράτησα την εφημερίδα στην διπλανή καρέκλα, σηκώθηκα, μας προδώσαν τα κεφαλαία, σκέφτηκα, οδήγησα κανένα τέταρτο, παρκάρησα μετά.
Λούτσα, χασάπη, Λούτσα! Τι λες χριστιανέ μου; παλάβωσες τελείως!, έβγαλε το κεφάλι της η αυτηνή από την κουζίνα σκουπίζοντας τα χέρια της. Τίποτε, απάντησα με μία από τις δέκα λέξεις που της απηύθηνα καθημερινά. Τρεις και μία τέσσερεις, έχω άλλες έξι λεξούλες για σήμερα, για σένα χασάπη μου…

ΜΝΗΜΗ

Posted: Ιανουαρίου 3, 2017 in φλυαρίες...

 “Ήταν εδώ που είχα βρεθεί, και η γυναίκα αυτή άρχισε να μου λέει από πού είχα έρθει, από ποιόν δρόμο ανέβηκα, ποιά βουνά είχα περάσει, σε πιό απάγγιο είχα ξαποστάσει· όμορφη· άκουγα, αποκτούσα αργά-αργά παρελθόν, έπαιρνα πρόσωπο, ένιωθα το κεφάλι μου να καίει καθώς οι πληροφορίες τρύπωναν όλο και πιό βαθειά, ξυπνούσαν περιοχές ατάραχες, άδεια κελύφη γέμιζαν με κάθε λογής πληροφορία που με αφορούσε.

          Η φωνή ήταν καθησυχαστική, μονότονη, μίλαγε σα νάθελε να με κοιμήσει, και μικρές μόνον συλλαβές τονισμένες διαφορετικά από τις άλλες, με κράταγαν ξύπνια. Ένιωσα να γεννιέμαι μπρος στα μάτια μου, τα άκρα μου αποκτούσαν εξήγηση, οι σπασμοί από τον παγωμένο αέρα που έμπαινε από το άνοιγμα του δωματίου είχαν νόημα, έβλεπα πέρα τις κορφές των βουνών απ’ όπου μου έλεγε πως είχα έρθει, ένιωθα στις λέξεις τις πατούσες μου ξαφνικά να τσούζουν από τα κοφτερά βράχια και τα αγκάθια, τα πνευμόνια μου να συνέρχονται από το κρύο, τη ράχη μου να ισιώνεται μετά από παρατεταμένο σκύψιμο.”

 

Ύστερα, η γυναίκα σήκωσε το χέρι της προς έναν ίσκιο, και από κει πρόβαλε ένα κορίτσι με ένα κανάτι στο χέρι, γέμισε ένα κύπελο στο τραπέζι μπρος στην καθιστή μορφή, εκείνη κατάλαβε πως ήταν για κείνην, ρούφαγε το υγρό με μικρές γουλιές, και τότε η γυναίκα γονάτισε κοντά της, έφερε το προσωπό της μπρος στο δικό της, τα μάτια της καθρέφτισαν τα μάτια της, ενόσω η άλλη έπινε ασταμάτητα, “αδερφή μου”, είπε τρυφερά· χωρίς να στρέψει το κεφάλι, το δάχτυλό της έδειξε το κάθισμα που ήταν ακόμα ζεστό από το σώμα της, το κορίτσι ήρθε πίσω της και κάθησε αθόρυβα, και τότε εκείνη ορθώθηκε, προχώρησε στο άνοιγμα και ρίχτηκε στο κενό. Το κορίτσι άγγιξε την καρδιά με το δεξί χέρι και το μέτωπό του με το αριστερό, έβγαλε έναν μακρόσυρτο φθόγγο με κλειστά μάτια, κι’ ύστερα τ’ άνοιξε, κι’ ήταν πιά γυναίκα.

 

Με κάθε γουλιά καταλάβαινα πως ένα κομμάτι από το μυαλό μου κατρακύλαγε σαν βράχος σε γκρεμό, ύστερα κι’ άλλος, κι’ άλλος, κι’ άλλος, ώσπου αυτά που έμεναν δεν έβγαζαν νόημα, και τα κομμάτια ακολουθούσαν το υγρό στην πορεία του, γύριζα στην πρωταρχική μου μορφή, έχανα εαυτό σε κάθε γουλιά, κι όμως, δεν μπορούσα να σταματήσω.

 

Η γυναίκα τότε, της χάιδεψε το μέτωπο, και της έκλεισε απαλά τα βλέφαρα με την παλάμη, και μίλησε έτσι: “Είσαι η Λήθη. Όταν εσύ πάψεις να θες, και γω να θέλω να σου θυμίζω, θάρθει εκείνος να λύσει τα δεσμά.”

 

Ύστερα κατέβασε αργά τα χέρια πάνω στα γόνατα, και την φώναξε με ένα όνομα που δεν είχε ξανακουστεί ποτέ στον κόσμο. Η άλλη άνοιξε τα μάτια και κοίταξε την γυναίκα, και καταλάβαινες πως την έβλεπε για πρώτη φορά, με βλέμμα παιδιού, με άγνοια, και όχι με απορία. Η γυναίκα ξεκίνησε να της μιλάει, και κείνη άλλαζε όψη, γεννιόταν λεπτό προς λεπτό. Στον ίσκιο μια σιωπηλή μορφή κάθισε αθόρυβα με ένα κανάτι στο χέρι, ενώ η άλλη είχε γυρίσει τώρα και κοίταγε τα βουνά που έπνιγαν τον ορίζοντα και το βλέμμα της ζωντάνευε με κάθε λέξη της γυναίκας.

 

“Ήταν εδώ που είχα βρεθεί, και η γυναίκα αυτή άρχισε να μου λέει από πού είχα έρθει…”

ΤΟ ΚΕΝΟ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ

Posted: Ιανουαρίου 3, 2017 in φλυαρίες...

Είχανε από αυτήν που δεν μπορούνε να πούνε το όνομά της (ούτε και εμείς μέχρι ένα σημείο, και μετά δεν θα υπάρχει ανάγκη να το πούμε), και που το αποτέλεσμά της ήταν να λένε ο ένας στον άλλον μόνον αυτά που επιτρέπονταν σε ανοικτούς χώρους, μετά στο σπίτι τους μπορούσαν να αφήνουν την φωνή να λέει μέσα στο κεφάλι τους ό,τι ήθελαν, αρκεί να μην το έλεγαν και οι ίδιοι μετά.

Αυτοί με τα σιρίτια και τα πλατειά καπέλα με το γυαλιστερό γείσο επόπτευαν, και απαγόρευαν λέξεις σε σειρά που προέρχονταν από συγκεκριμένες σκέψεις, ένα ορισμένο χρώμα, προσδιόριζαν αριθμό ατόμων ανά παρέα, κάποιες σειρές ομοιοκαταληξιών επάνω σε νότες τις άφηναν να μην ακουστούν, και ό,τι έφτανε εκεί ψηλά, που ήταν τα μαζεμένα τοιχισμένα κενά το ένα δίπλα στο άλλο γύρω από έναν άδειο χώρο με ένα ψηλό δέντρο στο κέντρο και ένα μαγαζί με τραπέζια εμπρός του, έφτανε με ένα όχημα που μιμούνταν το δάσος, ήταν ίδια για όλους και μοιράζονταν ανάλογα με τις επιδόσεις του καθενός στην τήρηση της τάξης. Το όχημα το οδηγούσε ένας με μεταλλικό καπέλο και συνοδευόταν από αρκετούς ίδιους, που κράταγαν στα χέρια αυτά που χρησιμεύουν για την επιτυχία ενός σκοπού.

Ο χωματόδρομος που οδηγεί σ’ αυτή την ιστορία δεν είχε σήμανση, κι’ έτσι, βρέθηκε κι αυτός να οδηγεί προς το μέρος αυτό, ενώ αν ήξερε, θα συνέχιζε για εκεί που είχε ξεκινήσει, ίσως πάλι όχι, γιατί το λάθος το καταλαβαίνεις αφού το έχεις κάνει, και με αυτόν τον τρόπο έκανε και αυτός το δικό του λάθος, χωρίς να ξέρει, δηλαδή, ότι το διαπράττει, οδηγώντας αυτό το «κατάφορτο φορτηγό με ό,τι βάλει ο νους σου» προς αυτό το μέρος. Έφτασε στον άδειο χώρο και κει σταμάτησε. Κορυφώνει το λάθος του σε αυτό το σημείο, και εξ΄αιτίας του, βγαίνουν από κάθε ανάμεσο των τοίχων εκείνοι με τα πλατύγυρα καπέλα, τον κυκλώνουν, όπως τα κτίσματα αυτόν εδώ τον κενό χώρο, τον εξαφανίζουν ανάμεσά τους, και όλοι μαζί κινούνται προς το μέρος εκείνο, όπου αυτός μαθαίνει ότι έσφαλλε.

Εκείνοι που τρώνε και κοιμούνται μέσα στα τοιχισμένα κενά ακούν κάτι, είναι σκοτάδι και είναι η πρώτη φορά που η ησυχία δεν πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες. Βγαίνουν στα ενδιάμεσα, περπατούν προς το μεγάλο δέντρο στο κέντρο του κενού χώρου, σύμφωνα με τον κανόνα που τους λέει πώς πρέπει να κινηθούν για να διαφυλάξουν την ηρεμία του χώρου τους, αν καταλάβουν πως αυτός θορυβείται. Εκεί βρίσκεται το «κατάφορτο φορτηγό με ό,τι βάλει ο νους σου», γιατί δεν ήξερε πώς να το κινήσει κανείς από ‘κείνους με γυαλιστερό γείσο.

Από το κτίσμα των απαγορεύσεων αυτός με τα περισσότερα σιρίτια απ’ όλους, βλέπει από ένα χάσμα στον τοίχο χωρίς να τον βλέπουν, τους βλέπει για λίγο, και μετά φωνάζει μέσα από εκεί, «Είναι όλο δικό σας!» (είναι ο μόνος τρόπος, σκεφτείτε λίγο, ο μόνος τρόπος, και αυτός το σκέφτηκε αμέσως, ίσως σε αυτό να οφείλεται και η έπαρση με την οποία ακούστηκε η φωνή αυτή) και τότε εκείνοι που έχουν ήδη πλησιάσει, αδειάζουν το όχημα λίγο ο καθένας, κλαίνε και ακούν ο ένας το κλάμα του άλλου χωρίς να το βλέπουν, ευχαριστούν την φωνή που τους παραχώρησε, ευτυχούν, δεν είναι αυτή, αναρωτιούνται, η φωνή ενός δικού τους;, ενός αδερφού χαμένου από καιρό;, με ίδιο αίμα με το δικό τους;, είναι!, βεβαιώνουν εμφατικά ο ένας τον άλλον, Είναι, λένε, και κοιτάζονται με ελπίδα, δεν έχει αυτός καμμία σχέση με κανόνες ή με κείνους που τους βάζουν, όχι, δεν έχει!, θυμούνται την γριά που είχε φωνάξει πως θάρθει μια μέρα, και μετά άλλο τίποτε γιατί της κλείσαν το στόμα βιαστικά οι όμοιοί της. Ε, ήρθε αυτή η μέρα, λένε τώρα μεταξύ τους, και κάνουν το λάθος να πιστεύουν πως ήταν η μέρα που περίμεναν και όχι κάτι άλλο, μετά σκέφτονται πως μέσα στη μέρα ήταν αυτός που ήρθε κι’ έφερε, και είναι διπλά χαρούμενοι.

Είναι τώρα όλοι συγκεντρωμένοι στην πλατεία του χωριού. Έχουν αφήσει τα σπίτια τους, έχουν γεμίσει τους δρόμους πριν από λίγο με τα σώματά τους να ακουμπάνε ώμο με ώμο και με τα πόδια τους που κάνουν θορυβώδη βήματα ήρθαν ως το καφενείο, μιλάνε φωναχτά, πείθουν ο ένας τον άλλον πως αυτό είναι το σωστό, αυτό που κάνουν αυτήν εδώ την στιγμή, όχι άλλο, αυτό, και πρέπει να γίνει επιτέλους.

Αραδιάζουν στην πλατεία άδειες κατσαρόλες, κενά δοχεία φαγητού, τσάντες που δεν στέκονται όρθιες, κασόνια χωρίς καπάκι, κουτιά με τίποτα μέσα, και καθώς τα αραδιάζουν κοιτάνε τον ουρανό με γυρισμένες τις παλάμες, φτιάχνουν έναν κύκλο γύρω από το φορτηγό του χαμένου από καιρό πραματευτή, αρχίζουν να τραγουδάνε έναν ύμνο, κοιτάνε πάνω, έχουν στα ρούχα τους ζωγραφισμένα ή κεντημένα τα ίδια γράμματα που έχει το φορτηγό στην μάσκα του, ψέλνουν τώρα, ψέλνουν, κι’ όταν τελειώνουν κάθονται στο σημείο που βρέθηκαν όταν σταμάτησε ο χορός, κάθονται κάτω, στην σκόνη των ίδιων τους των παπουτσιών, και κοιτάνε με προσμονή το φορτηγό. Κοιτάνε με προσμονή το φορτηγό.

Η ΓΕΦΥΡΑ

Posted: Δεκέμβριος 22, 2016 in φλυαρίες...

Φραντς Κάφκα

Η αλήθεια πίσω από την «γέφυρα»

 

Ήμουν άκαμπτη και ψυχρή. Ήμουν μια γέφυρα, απλωνόμουν πάνω από έναν γκρεμό, από κει μπηγμένες οι μύτες των ποδιών, από δω τα χέρια. Είχα ανέβει ως εδώ πάνω για να βγάλω κανα δυό φωτογραφίες το οικοπεδάκι που μ’ άφησε ο μπάρμπας μου ο Παρδάλης, να πεταχτώ μετά μέχρι το χτηματολόγιο να δω αν είναι εντός σχεδίου, καλά θάταν να μην είναι, να αρχίσω να βγάνω πέτρα από αύριο κιόλα, να βγάλω τίποτε φραγκάκια, πανάθεμά τηνα ‘για χρονιά κι η φετεινή, αναδουλειά όσο δεν πάει, μου ψοφήσαν και τρία γελάδια.

 

Είχα γαντζωθεί με τα δόντια από το χώμα που θρυμματιζόταν. Τι κωλότοπος! Έσπαγε το χώμα από τον πάγο! Ακούς για πόσο κρύο σου μιλάω τώρα; Θρυμματιζόταν το χώμα! Οι άκρες απ’ το πανωφόρι μου ανέμιζαν δεξιά κι αριστερά. Σαν το Δράκουλα στο φαράγγι των σκιών, οι νυχτερίδες λείπαν, και να μην είναι ούτε κάποιος να βγάλει μια φωτογραφία, γιατί για σέλφι δεν το συζητώ, στο βάθος θορυβούσε το παγωμένο ποτάμι με τις πέστροφες. Τι βάθος δηλαδή, ένα ρυάκι ήτανε στο μισό μέτρο από τη μούρη μου, και χτυπιόντουσαν τα έρμα τα ζωντανά να πάνε παραπάνου να γεννοβολήσουν, κρεμιόμουνα και γω μες τη μέση, με βλέπαν, τρομάζαν, κάναν κατά πίσω, πέφταν σε κείνες που ανηφορίζαν, πιτσιλάγαν, με κάνανε σίχριστο…

 

Κανένας διαβάτης δεν έφτανε στα απρόσιτα αυτά υψόμετρα, και τι να κάνει δηλαδή ο ρημάδης δω πάνου; Να φυτέψει ή να θερίσει; Η «γέφυρα», εγώ δηλαδή, δεν ήταν ακόμα καταχωρημένη στους χάρτες, και μάλλον δε θα προλάβαινα κιόλας, το χτηματολόγιο κλείνει στις δύο, είναι τώρα δώδεκα και είκοσι, για σήμερα δεν το βλέπω να προλάβω, σαββατοκύριακο μπροστά, πάει, την χάσαμε τη βδομάδα, ευκαιρία ήταν μαζί με το οικοπεδάκι να με δηλώσω και μένα, μπας και πάρω καμμιά επιδότηση για αναστήλωση.

 

Έτσι απλωμένη περίμενα – έπρεπε να περιμένω, να δω, ποδάρι θα μου κουραστεί πρώτα, χέρι θα μου κουραστεί, λουμπάγκο θα με αρπάξει, μια γέφυρα, έτσι και χτιστεί, δεν μπορεί να πάψει να είναι γέφυρα, εκτός κι αν γκρεμιστεί. Και γω το κρύο το νερό δεν το αντέχω με τίποτε, πόσο μάλλον τούτο δω πάνου που είναι μπούζι, πιτσιλιέμαι και μούρχεται κατούρημα, και πού να πάω να γκρεμιστώ ο έρμος…

 

Μια φορά, προς το βράδυ, ήταν το πρώτο, ήταν το χιλιοστό, δεν ξέρω, ένα κουβάρι οι σκέψεις μου, κλωθογύριζαν διαρκώς – προς το βράδυ το καλοκαίρι, πιο σκοτεινό τότε το βουητό του νερού, άκουσα το βήμα ενός άντρα. Πριν γίνω γέφυρα ήταν αυτό. Έλα σε μένα, έλα σε μένα, ρε κερατά, έλεγα μέσα μου, έλα και θα σε φτιάξω εγώ. Γιατί λησμόνησα να σας πω ότι, στην κανονική μου ζωή είμαι ληστής. Ε, ναι, ας το παραδεχτώ, εδώ καταμουσκεμένος, πιασμένος, ούτε-μπρος-ούτε-πίσως, ίσως νάναι κι’ η τελευταία μου ξομολόγηση τούτη δω, ληστάκος ήμουνα, κάτι βερίκοκα, κάτι αγουρολέμονα, κάτι προβατίνες ξέμπαρκες, ό,τι άφηνε ο θεός αφύλαχτο εγώ το συγύριζα. Και τουτος εδώ ήταν φορτωμένος ένα σάκκο φουσκωτό φουσκωτό, ε, κάτι θάχε για μένα μέσα.

 

Τεντώσου γέφυρα τώρα τεντώσου μπας και ξεπιαστείς, ετοιμάσου, σαν ήδη χωρίς κιγκλίδωμα, ένα κάγκελο που μούχε απομείνει, πάει κι’ αυτό από καιρό, ένδοξο, όμως πάει, μάχιμο και μπαρουτοκαπνισμένο, αλλά πάει, βάστηξε αυτόν που σ’ εμπιστεύτηκε, αλλά τώρα πάει, γιατί ας το παραδεχτώ κι’ αυτό, τώρα τελευταία το κάγκελό μου με πρόδωσε κανα δυό φορές και μόνο κάγκελο δεν τόλεγες, «εξομοίωσε ανεπαίσθητα την αστάθεια του βήματός του, αλλά, αν ταλαντεύεται, εκσφενδόνισέ τον στην αντίπερα μεριά», ούτε που ξέρω πού στην ευχή βρέθηκε τούτο δω το απόκομμα μέσα σε τούτο το κείμενο, και μου χαλάει και το νόημα.

 

Ήρθε, με τη «μεταλλική μύτη του ραβδιού του», για να το πω ποιητικά (γιατί υπάρχουν και άλλες πτυχές του εαυτού μου που δεν σας έχω αποκαλύψει κι΄ας είμαι στην απόγνωση εδώ, πάνω από τούτο το παγωμένο ρυάκι, στην κορφή του βουνού, όμως κρατάω ακόμη) με δοκίμασε. Έπειτα ανασήκωσε τις άκρες του παλτού μου και τις έστρωσε πάνω μου, και μην ζητάτε παραπάνω εξηγήσεις ή λεπτομέρειες, τα λέω όπως τάχω μεσα στο μυαλό μου, με όλο το θάρρος και την αυθεντικότητα της ψυχής μου. Πέρασε τη μύτη πέρα απ’ το «θάμνο των μαλλιών μου» (είμαι και ποιητής εκτός των άλλων, μπορεί να φαίνεται φτηνό, όμως είναι ο μόνος τρόπος να σας πω ότι η έντονη τριχοφυία είναι κληρονομική στο σόι μας, από τη μεριά του πατέρα μου) και την άφησε για πολλή ώρα εκεί, πιθανότατα ατενίζοντας πέρα μακριά κατά την διάρκεια της κορύφωσης. Τότε όμως –τον φανταζόμουν ήδη μακριά, πέρα από βουνά (ε, ναι, το συγκεκριμένο μου σημείο είναι και γυμνασμένο και πεταχτούλι, το λες και «βουνά») και λαγκάδια (αποτέλεσμα της σκληρής εξάσκησης με βαθειά καθίσματα στο γυμναστήριο)–, πήδησε με τα δυο του πόδια (όχι ακριβώς, αλλα αυτά με τα οποία πήδησε κάνουν ομοιοκαταληξία με τα «πό-δια») καταμεσής στο κορμί μου (ώρες-ώρες απορώ πόσο μεγάλος ποιητής είμαι. Έχω ένα μπάρμπα από το σόι της μάνας μου που είχε γράψει στίχους για τον τορπιλισμό της Έλλης και τους είχε δημοσιεύσει η Ηχώ του Κερατσινίου, από αυτόν μάλλον βαστάει η ποιητική φλέβα). Ρίγησα από τον άγριο πόνο, ολότελα αμάθητη. Ποιος ήταν; Ένα παιδί; Ένας αθλητής; Ένας ριψοκίνδυνος; Ένας αυτόχειρας; Ένας αποπλανητής; Ένας εξολοθρευτής; Και στράφηκα να τον αντικρίσω. Τι να προσθέσω, τα είπε το κείμενο όλα από μόνο του, ακόμη κι’ αυτό με ακολουθεί στο πάθος μου που γίνεται γραφή αλαλάζουσα, τέτοιαν ώρα τέτοια λόγια, έχει αρχίσει ο καβάλος μου κι΄ακουμπάει στο νερό κι’ οι πέστροφες είδαν κι’ απόειδαν πηδάνε από πάνω μου και μου κάνουν μούσκεμα και την πλάτη.

 

Γέφυρα που στρέφεται! Δεν είχα ακόμη στραφεί και γκρεμιζόμουν ήδη, γκρεμιζόμουν και ήδη είχα ξεσκιστεί και σουβλιστεί στα μυτερά βότσαλα που τόσο ειρηνικά με κοιτούσαν, πάντοτε μέσα απ’ τα νερά που άφριζαν, κι’ έτσι κατέληξα γιατρέ μου πλευριτωμένος, και σε παρακαλώ, να μου αλλάξεις την αντιβίωση γιατί δεν με πιάνει, και να μου γράψεις και μια δυό φυσιοθεραπείες για τη μέση. Και όχι, δεν ξαναπάω κει πάνου, ας το πάρει ο Γιαραμπής το οικοπεδάκι, κι΄ ας μη βγάλω όχι πέτρα, αλλά ούτε βοτσαλάκι. Οι τσέπες μου ήταν γεμάτες βοτσαλάκια από το ποτάμι άμα κατάφερα και βγήκα, και κουδουνάγανε σαν κέρματα, τι θυμήθηκα τώρα…

 

ΚΛΑΚ

Posted: Δεκέμβριος 22, 2016 in φλυαρίες...

 

Είναι ώρες που περπατάω στο πεζοδρόμιο και νιώθω ακόμα κάτω απ’ τα πόδια μου χώμα με ψιλό γαρμπίλι, ακούω τα άρβυλα να τρίβουν το χώμα, μ’ εκείνο το ελαφρό γλίστρημα. Ξέρεις πώς είναι να ακούς πενήντα, εκατό άρβυλα να κάνουν αυτόν τον ήχο; Έχεις μια πρώτη αίσθηση της δύναμης της μάζας, μια μάζα που κινείται πάνοπλη, αν μετρήσεις τη ζημιά που ο καθένας μας μπορεί να κάνει είναι τρομακτικό. Ένα μικρό χωριό μπορεί να το εξολοθρεύσει άνετα ένας μόνος του.

Θέλεις να βρεις μια ευκαιρία να το κάνεις, να αρχίσεις να σκορπάς φωτιά από παντού. Είναι περίεργο που όλο αυτό το άγριο πράγμα μένει κρυμμένο όταν δεν του δοθεί ποτέ η ευκαιρία να γδυθεί, να ξεφορτωθεί την ψυχή, την συνείδηση, ούτε ξέρω τι είναι αυτό που το κρατάει κοιμισμένο και δεν τα κάνει όλα κομμάτια, μπορεί και νάναι η έλλειψη μιας ευκαιρίας, αλλά, όταν βρεθείς έτσι πάνοπλος, άκου με καλά, πίστεψέ το αν θες να λέγεσαι άνθρωπος, θέλεις να σου δοθεί η ευκαιρία να χρησιμοποιήσεις όλα όσα έχεις. Βλέπεις έναν γέρο, γυναίκες, παιδιά και ακούς μια φωνή που δεν την εξομολογείσαι ούτε στον παπά του συντάγματος ούτε σε κανέναν, εσύ ας πούμε, είσαι αυτός ο κανένας, αύριο δεν σε ξαναβλέπω, εσύ θα με θυμάσαι, σου κάνω εντύπωση, σε τρομάζω που κινούμαι δίπλα σου, κρατιέσαι να μη φρικάρεις στη μέση της συζήτησης, αλλά, δεν με νοιάζει εμένα, κατάλαβες, δεν με νοιάζει πώς με βλέπεις. Είναι μια φωνή άηχη, σα να την νιώθεις, δεν την ακούς, την νιώθεις κάτω στην κοιλιά σου, σα να μιλάνε τα συκώτια σου, την ακούς να παρακαλάει να κάνει κάποιος μια κίνηση, να τρέξει απότομα, να σηκώσει ένα χέρι λίγο πιο ξαφνικά απ΄ όσο πρέπει, να σκύψει, κάτι να κάνει, κάτι να έχεις λόγο, μια τόση δα δικαιολογία.

Την πρώτη φορά θα ακούσεις να λένε πως είναι δύσκολο να σκοτώσεις. Όποιος τόπε δεν έχει πάει σε πόλεμο. Μόνο φαντάζεται, θέλει να φαντάζεται οικογενειάρχες και γιούς καθωσπρέπει μανάδων που δυσκολεύονται να «σπείρουν τον θάνατο» και μετά για μια ζωή δεν κοιμούνται χωρίς εφιάλτες. Δεν υπάρχει αυτό, το ξεχνάς, δεν υπάρχει. Την πρώτη φορά που σκοτώνεις, ούτε που ξέρεις ότι σκότωσες. Μετά το βλέπεις, όταν περνάς από κει που δεν σ’ εμποδίζανε, και τους βλέπεις διαλυμένους, μέσα στα αίματά τους, σε κάτι απλωτές στάσεις, τα χέρια πάνω απ’ το κεφάλι, τα πόδια ανοιχτά, και δεν φρικάρεις ούτε με τα ανοιχτά μάτια, τι να φρικάρεις, δεν βλέπεις ζωή, βλέπεις μια κούκλα χωρίς πατέρα, μάνα, παιδί, τίποτα δεν έχει, είναι νεκρός και τον έχει σκοτώσει εσύ. Που δεν ξέρεις ποιόν απ’ όλους έχεις σκοτώσει εσύ, μπορεί και κανέναν, αλλά στον πόλεμο είναι η ομάδα που τα κάνει όλα. Η ομάδα νίκησε ή η ομάδα έχασε. Δεν θες να βλέπεις την ομάδα σου να χάνει, ο μεγαλύτερος καριόλης που γέννησε η φύση νάναι δίπλα σου και το προηγούμενο βράδυ να σου χει βρίσει μάνες κι’ αδερφές, θα κάνεις τα πάντα για να μείνει ζωντανός, και το ίδιο και κείνος για σένα.

Έχει μια δύναμη που σε παραλύει να τραβάς απαλά την σκανδάλη, ένα κλακ κάνει, ένα κλακ, και τούχεις πάρει ό,τι έχει και δεν έχει, τον βλέπεις να τινάζεται πίσω και να πέφτει ακίνητος και σε ερεθίζει αυτή η ισχύς που πετάγεται από την κάνη με ένα τράβηγμα του δαχτύλου σου. Στις τουαλέτες μετά τις μάχες, αν αντέχεις να στο πω αυτό, στις τουαλέτες του στρατοπέδου οι νέοι αμέσως μετά την πρώτη τους μάχη αυνανίζονται. Οι παλιοί το παραδέχονται ότι ερεθίζονται μέσα στη μάχη. Περιμένεις να στο πει κανείς αυτό; Να παραδεχτεί ότι ερεθίστηκε την ώρα που φοβόταν τη ζωή του, την ίδια ώρα που πάταγε τη σκανδάλη απέναντι σε ο,τιδήποτε κινιόταν μπροστά του; Άβυσσος φίλε, κόλαση που είμαστε εμείς οι ίδιοι, όχι μέσα μας, εμείς οι ίδιοι κόλαση είμαστε, εμείς είμαστε η κόλαση. Και γω τώρα που κάθομαι απέναντί σου, δεν είμαι ικανός ούτε να σηκώσω το χέρι μου να σου δώσω μια έτσι και κάνεις να με χτυπήσεις. Το καταλαβαίνεις αυτό; Αν σηκώσεις το χέρι σου, θα κάτσω να την φάω, σου μιλάω σοβαρά. Τρέμω από τη μια αυτό που μπορώ να κάνω, κι’ από την άλλη λέω να μην ήταν αυτό το σαραβαλιασμένο πόδι και θα πήδαγα στο πρώτο αεροπλάνο και θα βούταγα στον καπνό πριν καν προσγειωθεί.

Μου λείπει ο πόλεμος. Μου λείπει εκείνη η αίσθηση του προσωρινού, του βιαστικού, του κλεμμένου. Κλέβεις ύπνο, κλέβεις τα πάντα, απειλείσαι και κλέβεις, έτσι είναι. Φτιάχτο πιο ποιητικό εσύ, κάντο κείμενο να διαβάζεται τώρα. Μη βάλεις μέσα όλα που σούπα, βάλε με συναισθηματικό και πες γράψε πως δάκρυσα κιόλας «για το κακό που συνειδητοποίησα να έχω κάνει, για τους νεκρούς συντρόφους και τα άδεια φέρετρα». Βάλτο εσύ και περίγραψέ το, γιατί εγώ δεν τόχω νιώσει ποτέ και δεν ξέρω πώς είναι. Φτάνει. Τα καφεδάκια δικά μου.

Αν διαμαρτυρόταν τώρα ο Κινέζος θα είχε απόλυτο δίκιο. Ο κάδος των σκουπιδιών μπροστά στο μαγαζί του; Φαντάζομαι πως το λάδι από τα τηγάνια του δεν μυρίζει και τόσο πολύ δα. Τουλάχιστον αυτουνού εδώ στην γωνία δεν μυρίζει καθόλου. Γιατί να του το κάνουν αυτό; Θα πεις τι σε νοιάζει σένα, μα, άνθρωποι είμαστε. Έχεις προσέξει πως όλοι οι Κινέζοι έχουν τρία ονόματα; Τσου Λι Μπαν. Τρία, ούτε δύο, ούτε τέσσερα. Τσου Λι Μπαν Γκορ. Τσου Λι. Κανένα δεν είναι τόσο κινέζικο όσο το Τσου Λι Μπαν. Ή τα κόβουν ή τους προσθέτουν. Έλεγα για τον κάδο. Αναγκάστηκε να αλλάξει μαγαζί τελικώς. Πήγε στην Πέμπτη οδό. Δίπλα σε ένα καπνοπωλείο που λέγεται Γιαγιάδες Σε Δράση. Αυτοί είναι, λέει, από την Μινεσότα και πήγαν μετά την πλημμύρα εκεί. Μετά στο νούμερο 23 υπάρχει μια επιγραφή που ζητάνε προσωπικό, κυρίες με ελαστικό ωράριο και θα τις εκπαιδεύσουν εκείνοι πώς να σερβίρουν τα ντόνατς και τον καφέ. Μάλλον εκεί θα χρειάζεται να έχεις τέτοιες ειδικές γνώσεις. Εδώ πάλι όχι. Και στην Ρωσία δεν τρώνε καθόλου ντόνατς, τόχουν για προσβολή να τρώνε κάτι τόσο αμερικάνικο. Η Εσθονία, λέει εδώ, δεν χωνεύει καθόλου την Ρωσία, είχαν μια συνθήκη που οι Ρώσοι την παραβίασαν  επανειλημμένα και ειδικά στον ΒουΠουΠου, που τους έκαναν μπαλάκι με την γερμανία, και έκτοτε δεν τους χωνεύουν. Έχουν στο Ταλίν μια όπερα πανέμορφη, άκουσα τρία κομμάτια από μισό λεπτό το καθένα, δεν τις μπορώ τις τσιρίδες, αλλά ας ξέρω κι’ απ΄ αυτό, είπα, δεν χάνω τίποτε. Η Κάλλας ήταν θεόχοντρη όταν ξεκίνησε να τραγουδάει, τοξερες; Και τι μανία είναι αυτή με τις στάχτες τους να τις σκορπάνε στις θάλασσες; Ο συγγραφέας με τις πολλές βρισιές και τους τραβεστί ήθελε να σκορπίσουν τις στάχτες του σε υπόνομο. Το Παρίσι έχει τεράστιο δίκτυο υπονόμων, πάνε μέχρι τέσσερα πέντε πατώματα κάτω και κει μένουν οι κλοσάρ, και υπάρχουν δωμάτια που γίνονται όργια. Κατεβαίνει η καλή κοινωνία και βγάζει τα μάτια της. Στην Μιανμάρ απαγορεύτηκαν τα σάιτ με πορνογραφικό υλικό. Παίρναν ιδέες και χειροτέρευαν διαρκώς φαίνεται. Και κάποια δικιά μας πιάσανε σε όργια αλλά δεν λένε όνομα. Μπορεί νάναι κεινη με την κλήρωση του πολυμίξερ, θάθελα νάναι αυτή. Το μίξερ είναι τσεχοσλοβάκικη εφεύρεση, τόξερες αυτό; Τι το θέλαν το μίξερ οι τσεχοσλοβάκοι; Στάσου μισό λεπτό, ένας τσεχοσλοβάκος συγγραφέας επινόησε την λέξη ρομπότ. Δεν έχω διαβάσει τίποτα τσεχοσλοβάκικο. Καλά είναι να ξέρεις μια δεύτερη γλώσσα, γιατί όσοι διαβάζουν σε δύο γλώσσες αποφεύγουν ευκολότερα το αλτσχάιμερ, καλά το διάβασα. Που άμα τρως αβοκάντο μειώνεται ο κίνδυνος να πάθεις αλτσχάιμερ, δύσκολη λέξη. Ο καθηγητής που το μελέτησε λεγόταν Αλτσάιμερ και δώσαν το όνομά του στην αρρώστια. Τώρα αυτό θεωρείται τιμή, να δώσουν το όνομά σου σε αρρώστια; Τις μεγαλύτερες ποσότητες αβοκάντο, μια στιγμή, τις παράγει η Ταζμανία. Αβοκάντο από την Ταζμανία τρώμε δηλαδή. Είναι φτηνότερα από τα κρητικά αβοκάντο. Είναι τώρα ωραίο να λες τα αβοκάντο; Και τα αβοκάντα όμως δεν ακούγεται σωστό. Εγώ το αηδιάζω το αβοκάντο, ούτε φρούτο ούτε λαχανικό, μια γλιτσερή αηδία και τίποτε άλλο. Ξέρεις τι σκέφτομαι; Πώς γίνεται εκείνο το ζωάκι να λέγεται ο δαίμονας της Ταζμανίας και να τα τρώει όλα, υποθέτω και τα αβοκάντο. Ή τα αβοκάντα. Αφού οι ταζμανοί δεν είναι χριστιανοί και δεν έχουν δαίμονες. Αλλά πάλι, θα πεις, άλλο δαίμονες κι’ άλλο διάβολοι. Δαίμονες είχαν και οι αρχαίοι, λέει εδώ. Του τυπογραφείου σημαίνει πως κάποιος έκανε λάθος και δεν το παραδέχεται. Ή ότι δεν μπορούν να βρουν πώς έγινε το λάθος. Να, βγάζει Σαμαράκη, έχει πεθάνει, αλλά βγάζει δίπλα στο λάθος τον Σαμαράκη. Πού να ξέρω. Σαμαράκης Αντώνης, Αντώνη λέγαν τον άντρα της κόρης μου. Τον πρώτο. Ναυτικός, πού μυαλό για σπίτι… Γύρναγε Ολλανδίες, Αφρικές, Αμερικές, Αυστραλίες, Κίνες! Τελικά, δε μού πες, σου φαίνεται εσένα σωστό που πήγαν και βάλανε τον κάδο των σκουπιδιών μπροστά στο μαγαζί του Κινέζου;